| go home | ||||||
Κείμενα |
||||||
Αναρθρία Αναρθρία: Η πλήρης ανικανότητα σύνταξης έναρθρου λόγου. Από την Ελληνική λέξη «άναρθρος», αν – χωρίς + άρθρο + ία – κατάληξη που δηλώνει μία κατάσταση ή ιδιότητα. Ακατάληπτες λέξεις που ενώνονται μεταξύ τους χωρίς νόημα. Ένα συναισθηματικό brainstorming που δημιουργεί ένα νέο λεκτικό ιδίωμα που οδηγεί στην πλήρη ανικανότητα επικοινωνίας. Η γλώσσα των «μη – πολιτισμένων», των «τρελών» και των ανθρώπων που αρνούνται την κοινωνία. Άλλη μια έννοια που πρέπει ντε και καλά να μπει στην ζωή μας; Άλλος ένας πρωτοποριακός νεωτερισμός; Όχι, άλλωστε η «πρωτοπορία» σήμερα είναι η μήτρα που γεννά την στασιμότητα και δικαιολογεί την κατάσταση που επικρατεί σε όλους τους τομείς τοις. Αυτή ήδη έχει επιχορηγηθεί και πουληθεί πριν καν δημιουργηθεί. Σήμερα, «πρωτοπόρος» είναι αυτός που θα εκφράσει σωστά τα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ, της εξουσίας με λίγα λόγια. Κανένας προβληματισμός πάνω στα πράγματα. Καμία επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα, αν και για αυτή, αμφιβάλω αν υπάρχει και δεν ζούμε ήδη σε μία πλασματική. “Διαβάζω σε μία τοπική εφημερίδα της Ρόδου «Μπλόκερς προτείνουν να κλείσουμε τα φώτα μας για 10 λεπτά το Σαββάτο, για να δώσουμε μία ανάσα ζωής στον πλανήτη». Πηγαίνω στο Ταχυδρομείο «Όχι πια λόγια. Πράξεις. Το νερό είναι πολύτιμο» στη συνέχεια το καλοτυπωμένο, μη ανακυκλώσιμο, φυλλάδιο μας παραθέτει μια λίστα με τρόπους εξοικονόμησης νερού, όπως το να κλείνουμε την βρύση καθώς ξεπλένουμε τα πιάτα μας, αγνοώντας βέβαια το ποσοστό του κόσμου που βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχιας. Αλλά γιατί απορούμε; Αυτό είναι που προβάλετε σαν λύση, η ”Οικοτρομοκρατία”. Η ευθύνη βαραίνει την νοικοκυρά λοιπόν. Έτσι αποδώ και στο εξής αν ψάχνετε την αιτία των προβλημάτων σας ψάξτε στο σπίτι σας και αν δεν βρείτε κανέναν, τότε κοιταχτείτε στον καθρέφτη. Στη φάση αυτή αν αρχίσετε να ξέλετε λεξούλες ή ακόμη και να κραυγάζετε τότε δεν μένει να σας καλωσορίσουμε αλλά και να σας χρήσουμε «Αναρθριστές». Και αναμφισβήτητα είμαστε πολλοί, ανεξάρτητα από το πού νομίζουμε ότι ανήκουμε, πιστοί ή άθεοι, επαναστάτες ή συντηρητικοί, αιρετικοί ή ορθόδοξοι και να προμηνύουμε και να περιμένουμε πότε επιτέλους θα έρθει το τέλος του Κόσμου. Τότε που οι δρόμοι θα έχουν αδειάσει και θα περιμένουν πάλη να υψωθούν τα νέα οδοφράγματα.” Σκέφτομαι, ήταν ανάλυση αυτή; Καλύπτει, κατά γενική ομολογία, μια συνοπτική άποψη για τον νεολογισμό της «Αναρθρίας», ο οποίο δεν κρύβω με απασχολεί καιρό τώρα. Ξαναδιαβάζοντας το όμως, μόνο ως προς το brainstorming ικανοποιούμαι. Αλλά έτσι είναι. Η πολλή και άχρηστη, στο μεγαλύτερο ποσοστό της, πληροφορία μας κάνει να ξεχνάμε την ουσία των εννοιών που εξετάζουμε και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μας τις έχει αφομοιώσει. Ως αποτέλεσμα, να ορίζούμε συνεχώς τις έννοιες σαν να προσπαθούμε να γιατρέψουμε κάτι που πάντα θα νοσεί. Μετά να υποπέπτουμε σε ανούσιες επαναστατικές φανφάρες, όταν γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ακόμα και “οι επαναστάτες” έχουν κατά κανόνα βολευτεί Μάριος Μ.
Άρρωστα Χρόνια
Κώστας Κατσιούρας
Ο Άγιος του διπλανού χωριού Ο γιος του φούρναρη, του κυρ Μανόλη, ο Φώτης, εκεί που κοσκίνιζε τ’ αλεύρι, ξεχωρίζοντας φλοιό από το …., του ‘ρθε τυχαία στην κεφαλή του μια τσουκάλα που ήτο κρεμασμένη κείθε να. Πώς; Δεν ξέρω. Τι να πω, ίσως γιατί έτσι ήθελε να μας ξεδιπλωθεί ετούτη η ιστορία. Κι ενώ από μικρός είχε βαλθεί να μάθει την τέχνη του ψωμά, που από πάππου προς πάππου έτσι πήγαινε και έτσι έπρεπε μιας και η μοίρα μέχρι τώρα σίδερο κληρονομούσε σε εκείνη την φαμίλια, άρχισε να αναθεωρεί και ιδέες του μπηχτήκαν. «Πώς πρέπει να γενώ ένας σοφός, να μάθω την αλήθεια. Έτσι σηκώθηκε και έφυγε, πήγε στην πόλη και αγόρασε βιβλία. Επέστρεψε και κλείστηκε στην κάμαρη του, αρχίζοντας με λαχτάρα ατέλειωτη να ρουφά την γνώση που δεν μάθαιναν οι δάσκαλοι σε εκείνα τα σχολεία. Οι γειτόνοι του, παραξενεύτηκαν. Που να χάθηκε εκείνο το άξιο παιδί, μερονυχτής η καντήλα του φωτίζει στο κονάκι. Ρωτούσαν τον πατέρα του και εκείνος μην ξέροντας τι να αποκριθεί, έλεγε ότι αρρώστησε, μα σύντομα θα ξαναρθεί Μα η κυρά Ζωή που μάθαινε όλου του χωριού τα τελευταία νέα, έλεγε: «Ου, ο Φώτης … μελετά. Διαβάζει τα μαθηματικά, την φυσική και την χημεία. Και ψάχνει τα νοήματα που εμείς, αγράμματοι, δεν τα κατέχομεν, γιατί ο θειος την άλλη μοίρα μας προστάζειν.» Κι ο Φώτης, μόνο στην πόλη πήγαινε και στο παντοπωλείων, για να αγοράσει από την μια βιβλία και από την άλλη τρόφιμα που συντηρούνταν για καιρό για να μην αναγκάζετο να αποσπάτε για πράγματα πεζά που δεν κρύβαν καμία άλγεβρα, γεωμετρία και πυθαγόρεια μαθηματικά. Και οι μέρες πέρναγαν και χάνονταν κι αυτός χαμένος μέσα στις σκέψεις του μουρμούραγε: «Πρέπει να γενώ ένας σοφός, να μάθω την αλήθεια. Οι χωριανοί του τρόμαξαν. Που τριγυρνά εκείνο το εργατικό παιδί, βράδυ πρωί η καντήλα του φωτίζει στο κονάκι. Ρωτούσαν τον πατέρα του και αυτός μην έχοντας τι να πρωτοπεί, ανέφερνε ότι είναι μακριά στην πόλη, μα σύντομα θα ξαναρθεί Μα η κυρά Ζωή που γνώριζε όλου του χωριού τα φρέσκα τα μαντάτα, διέδιδε: «Ου, ο Φώτης … μελετά. Διαβάζει φιλοσοφία τώρα δα. Διαβάζει ακόμα τις γραφές και ψάχνει τα νοήματα που εμείς, αγράμματοι, δεν τα κατέχομεν γιατί ο θειος την άλλη μοίρα μας προστάζειν.» Κι ο Φώτης μόνο στην πόλη κινούσε για να πάει και στο παντοπωλείων, κι αγόραζε βιβλία να δει το μάτι σου και τρόφιμα, ου… ότι ποθείς, κονσέρβες … και άλλα πολλά που συνάμα όμως διατηρούνταν για καιρό για να μην έχει την έγνοια να σκέφτεται για πράγματα λαικά και να χάνει την ώρα του με το να συναναστρέφεται στο καφενείο με τους γερόντους που δεν κρύβαν καμία γνώση, όπως εκείνος όριζε αυτήν. Και οι μέρες πέρναγαν και χάνονταν κι αυτός χαμένος μέσα στις σκέψεις του μουρμούραγε: «Πρέπει να γενώ ένας σοφός, να μάθω την αλήθεια. Για να μην τα πολυλογώ, μια μέρα ο πατέρας του τον βρήκε αποθαμένο. Εκεί πάνω από τα…….. Τον κήδεψε και όλο το χωριό ήταν εκεί και θρηνούσε για τον χαμένο Φώτη. Εκεί ήταν και η κυρά Ζωή που ‘κλεγε, για εκείνων που ήθελε να γίνει ένας σοφός και να ‘βρει την αλήθεια Μετά από δυο χρόνια που έτυχε και πέρασα ξανά απέ εκεί, όταν ο κυρ Μανόλης ξέθαβε τον υιό του, τον μονάκριβο, κάτι μοναδικό είχε συμβεί. Το σόμα του δεν είχε χωνευθεί, μα ούτε καν αλλοιωθεί στο πέρασμα του χρόνου. Το γεγονός προκάλεσε σούσουρο και θαυμασμό και κίνησε όλο το χωριό και απ’ τα περίχωρα ακόμη να προσκυνήσουνε την σορό εκείνου του ανθρώπου. Και η εκκλησιά ακόμη εκήρυξε τοιούτο Άγιο πια, Φώτη και την ημέρα του θανάτου του, τι μακάβρια πια συνήθεια, να οργανώνετε πανήγυρης και να χορεύουνε γύρο από το μνήμα του. Μάριος Μ.
|
||||||
![]() |
||||||
![]() |
||||||
![]() |
||||||