sorry ... texts only in Greek at the moment Προπαγανδίζοντας υπέρ της φωτοτυπίας
Φωτοτυπία γένους θηλυκού.
Εξωτερίκευση σκέψεων χωρίς συγκεκριμένο θέμα και αντίκτυπο. Η διχρωμία της σε παραπέμπει σε πολιτικό κείμενο. Από την στιγμή που προστίθενται χρώματα χάνει τον αυτόνομο και αυθόρμητο χαρακτήρα της, κάνοντας την περισσότερο να μοιάζει με διαφημιστικό σποτ προϊόντων που ποτέ δεν σκέφτηκες να αγοράσεις.
H ειλικρίνεια της συνήθως στηρίζεται στα δυο της χρώματα. Το άσπρο και το μαύρο. Πολλές φορές πρωτοπόρα, άλλες πάλι αναμάσημα της καθημερινής σχιζοφρένιας και της πολιτικής ανυπαρξίας των καιρών μας. Η τακτική της μέσης λύσης που στις εκθέσεις του λυκείου αποτελεί την μέθοδο της κονσερβοποίησης και αντιμετώπισης της σκέψης, δεν ισχύει στην ζωή. Κάποια πράγματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται τόσο απόλυτα όσο η διάκριση μεταξύ έλξης και άπωσης. Όλα αυτά βέβαια δεν αποτελούν σταθερά που με μαθηματικούς όρους την δεχόμαστε καθεστωτικά. Όλα φιλτράρονται από τους ηθικούς φραγμούς που το κάθε άτομο θέτει ως βάση στο πως κρίνει τα πράγματα.
Η παρακμή της ασπρόμαυρης φωτοτυπίας έχει προέλθει στη σημερινή εποχή από την κουλτούρα του κρατισμού. Γραφειοκρατικό όργανο, βοηθάει στη νοσηλεία ενός κράτους που βασίζεται στα παραστατικά, στα κρατικά έγραφα, στους νόμους και στα χαρτόσημα. Η ανθρώπινη επαφή έχει αποκατασταθεί από τον ήχο των φωτοτυπικών που σκούζουν από βαρεμάρα.
Δεν βλέπω φως, μόνο απολιθώματα νεκρών εγγράφων. Από την δράση περνάμε στην παρακμή της γραφειοκρατίας. Η αντίδραση κόλλησε στην κίνηση και το φανάρι δεν λέει να ανάψει πράσινο. Η μιζέρια της μουτζούρας θα γίνει δημιουργία και η χολή της μελάνης θα γίνει κώνειο για να το πιούμε και να το γιορτάσουμε.
Κτίριο B
Κι ένα φως μέσα στο τίποτα
Περιπλανώμενη νότα
Κινούμενη ελπίδα
Δείχνει τον πεζό δρόμο
Τον σίγουρο/ Τον πεπατημένο
Πού χάθηκε η λάμψη του βυθού?
Τα σκοτάδια της αβύσσου?
Αγέλη προβολέων
Και μια μελωδία που
Ψάχνει εναγωνίως Ξενιστή
Μεσολαβητή
Ν’ άγγιξει το σύμπαν
Να βαλσαμώσει τη στιγμή
Να ξεφτιλίσει το χρόνο
Ν’αδειάσει τις συμβάσεις
Να φτύσει τη φθορά
Να ξεχάσει τη φύση
Κι ένας θεός
Άδειος
Άχρηστος......
Ηδονή
Στυγνή, Στεγνή, Αδίστακτη
Δεν ψάχνω συνενοχή
Ξερνάω τις ενοχές
Υπερίπταμαι
Αγγίζω την αθανασία
Την ελευθερία την απατηλή
Παργεμίζω τ’αυτιά μου
Ψηλαφώ την ψυχή μου
Ψάχνω χωρίς φόβο
Δε φοβάμαι τη λάμψη
Εικόνες, ζεστασιά
Οικειότητα........
Χωρίς ενοχή
Ζωή Ξυροφώτου,
Αστυπάλαια, 25/7/2007
Κουκκίδες ανεμοσκορπισμένες
Και κραυγές μελωδικές
Μέσα σ’ένα μπλε αποπνικτικό
Πνιγηρό
Και μάταια απέραντο
Που αγκαλίαζει τις καρέκλες
Που κείτωνται νεκρές
Σ’ένα γκρίζο ψηφιδωτό
Ψάχνωντας το σωτήριο καλώδιο
Που θα δαμάσει την ιπτάμενη προπέλα
Και τον άπιαστο κουρνιαχτό
Θα σβήσει τις ματιές-σφαγιάστριες
Και θα αποθεώσει τις συρμάτινες μορφές
Φτύνοντας πάντα το Δημιουργό τους
Που τις άφησε αποστραγγισμένες πνοής
Αδαείς από κίνηση
Μ’ένα όνειρο δανεικό
Και πάντα μοιρασμένο
Ανάμεσα σε μια αμαρτία παγιδευμένη
Σ’ενα διάφανο μπουκάλι
Κι ένα φόβο στολισμένο με φλουριά
Ζωή Ξυροφώτου,
4/8/2007
Η Δημοκρατία Των Παιχνιδιών
Βλέπω τα μικρά μου εύθραυστα παιχνιδάκια
να τριγυρνάνε στους δρόμους.
Μουγκρίζοντας να σκάνε στη γη
Να σχηματίζουν τεράστιες λακκούβες
Τόσο μεγάλες που ούτε ένας χρόνος δε θα έφτανε σκαλίζοντας.
Βλέπω το στρατιωτάκια μου να ψοφάνε στα χέρια του χρήματος
Τις κούκλες μου μαστουρωμένες να γερνάνε στην άγνοια του θύματος.
Τους φίλους μου έτοιμους να με κατασπαράξουν.
Τον αιώνα των μισθοφόρων να μου γνέφει για να παίξω μαζί του.
Και μένα, όλο το βράδυ σκεπτικό
Αν πρέπει να εμπλακώ στη δημοκρατία των παιχνιδιών.
Κώστας Κατσούρας
Ερωτικά Τραγουδάκια στο Εκδορείο
(για την Γ)
1
Ανεβαίνει
το αίμα στο μυαλό μου ۟
χρωματίζει
τα όνειρα μου
2
Νεροπότηρο
καρφωμένο
από μια μικρή νεράιδα
περιμένει τον άνδρα
να το υψώσει
ή να το γκρεμίσει
3
Τα όμορφα καστανά της μάτια.
Τα στεγνά της χείλη ۟
α άντρας της είναι ποιητής
η γυναίκα του φωτογραφία
καρφωμένη στον τοίχο
4
μια ρομαντική ιστορία ۟
η ορμή
της στατικότητας της
έκανε τον άνδρα
να κρεμαστεί
στο παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου
5
ο πιανίστας
στον άνεμο
φέρνει μηνύματα
απ’ το επέκεινα.
Το χλωμό της δέρμα.
Τα απαλά μαλλιά της
χορεύουν
στη βροχή
6
επτά
δεκατέσσερα
η υπογραφή μιας θολής εικόνας.
Έκλαψε από χαρά
7
Κοιτάζω
χωρίς να βλέπω ۟
η αγάπη μου ένα αστέρι τώρα
παίζει σκάκι
με τη μουσική
ενός θεού
8
Η φρίκη του ερωτικού χαρίσματος
με πήρε μακριά
για ένα τελευταίο ποτό.
Ένα κορίτσι σταυρώθηκε στην πόρτα μου
9
Μιλά
με μια στοιχειωτική χροιά.
Παλμοί.
Ψίθυροι.
Ερωτήσεις δίχως απάντηση
10
Άνοιξε την καρδιά του
σε ένα κομμάτι χαρτί
με το δικαίωμα
να ονειρεύεται
την τελική του ώρα
11
Υπήρχε ένα τραπέζι
στο μικρό δωμάτιο.
Εκείνη έφυγε
αφήνοντας πίσω ένα τεμπέλικο σκυλί
να γλύφει το αίμα
που έχυσα στο χαλί
12
Η ονειρική μου αγάπη
στάθηκε στον διάδρομο
περιμένοντας.
Καθώς την πλησίασα
απέφυγε το άγγιγμα μου
σκίζοντας τους καρπούς της
13
Ξύπνησα
στα χέρια ενός θεού
τρέμοντας από φόβο.
Θα με σκοτώσει
ή θα αυτοκτονήσω;
Αγγίζοντας χωμάτινα μαλλιά.
Φιλώντας χάρτινα χείλη
Γιώργος Δοντούδης
10 Ιανουαρίου ‘2008’
|